Υπάρχουν άνθρωποι που μοιάζουν να ζουν με μεγαλύτερη ένταση από τους υπόλοιπους, άνθρωποι που δημιουργούν, εκτίθενται, προκαλούν, διεκδικούν χώρο, γελούν δυνατά, αμφισβητούν τα όρια και αρνούνται να χωρέσουν εύκολα σε όσα οι άλλοι θεωρούν αναμενόμενα. Η παρουσία τους μπορεί να είναι τόσο έντονη και η εξωτερική τους εικόνα τόσο ισχυρή, ώστε σπάνια αναρωτιόμαστε τι συμβαίνει στον εσωτερικό τους κόσμο όταν η εξωστρέφεια υποχωρεί, όταν το βλέμμα των άλλων αποσύρεται και όταν ο άνθρωπος μένει αντιμέτωπος όχι με αυτό που δείχνει, αλλά με αυτό που βιώνει.
Γιατί η ψυχική ζωή δεν είναι πάντοτε ορατή. Και, κυρίως, δεν μπορεί να συναχθεί με ασφάλεια από την εικόνα που ένας άνθρωπος παρουσιάζει προς τα έξω.
Στην καθημερινή γλώσσα χρησιμοποιούμε συχνά μια ιδιαίτερα ισχυρή μεταφορά, λέγοντας ότι κάποιος «παλεύει με τους δαίμονές του». Η επιστημονική ψυχολογία, φυσικά, δεν γνωρίζει «δαίμονες». Γνωρίζει όμως μη επεξεργασμένες τραυματικές εμπειρίες, συναισθήματα που δεν μπόρεσαν να νοηματοδοτηθούν, μνήμες που εξακολουθούν να ενεργοποιούν το σύστημα απειλής, μηχανισμούς άμυνας και επιβίωσης, καθώς και επαναλαμβανόμενα σχεσιακά μοτίβα που μπορεί να συνεχίζουν να οργανώνουν τον τρόπο με τον οποίο ένας άνθρωπος αισθάνεται, σχετίζεται και αντιλαμβάνεται τον εαυτό του πολύ μετά το τέλος των εμπειριών μέσα στις οποίες διαμορφώθηκαν.
Ίσως, λοιπόν, οι «δαίμονες» να είναι απλώς το ποιητικό όνομα που δώσαμε σε όσα μέσα μας δεν κατάφεραν ακόμη να αποκτήσουν λέξεις.
Η σύγχρονη κατανόηση του ψυχικού τραύματος έχει μετακινήσει σημαντικά το ερώτημα από το «τι δεν πάει καλά με αυτόν τον άνθρωπο;» προς το «τι χρειάστηκε να συμβεί μέσα του για να μπορέσει να αντέξει όσα έζησε;». Μια τραυματική εμπειρία δεν αφήνει μόνο μια δυσάρεστη ανάμνηση. Μπορεί να επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο ο εγκέφαλος και το νευρικό σύστημα αναγνωρίζουν την απειλή, τον τρόπο με τον οποίο ρυθμίζεται το συναίσθημα, την αίσθηση ασφάλειας μέσα στις σχέσεις και, τελικά, τον τρόπο με τον οποίο ένας άνθρωπος μαθαίνει να προστατεύει τον εαυτό του. Γι’ αυτό και αυτό που δεν μπόρεσε κάποτε να επεξεργαστεί δεν εξαφανίζεται απαραίτητα επειδή πέρασε ο χρόνος. Μπορεί να επιστρέψει ως υπερεπαγρύπνηση, ως ανάγκη ελέγχου, ως απότομη συναισθηματική ενεργοποίηση, ως αποσύνδεση, ως φόβος εγκατάλειψης, ως δυσκολία στην οικειότητα ή ως επανάληψη σχέσεων και καταστάσεων που δημιουργούν ένα παράξενα γνώριμο συναίσθημα.
Το παρελθόν δεν επιστρέφει πάντοτε ως ανάμνηση. Μερικές φορές επιστρέφει ως αντίδραση στο παρόν. Και αυτό είναι ίσως ένα από τα πιο δύσκολα στοιχεία του τραύματος. Ο άνθρωπος μπορεί γνωστικά να ξέρει ότι μια εμπειρία έχει τελειώσει, ενώ ένα μέρος του οργανισμού του εξακολουθεί να αντιδρά σαν ο κίνδυνος να είναι ακόμη παρών. Ένα βλέμμα, ένας τόνος φωνής, μια απόσταση, μια σύγκρουση ή η πιθανότητα απόρριψης μπορούν να ενεργοποιήσουν αντιδράσεις που μοιάζουν δυσανάλογες προς αυτό που συμβαίνει τώρα, αλλά αποκτούν πολύ περισσότερο νόημα όταν τις δούμε μέσα στην ιστορία μέσα στην οποία κάποτε δημιουργήθηκαν.
Το τραύμα δεν αφορά μόνο αυτό που θυμόμαστε. Αφορά και όσα ο οργανισμός μας έμαθε να περιμένει. Οι σχέσεις μέσα στις οποίες μεγαλώνουμε συμβάλλουν επίσης στη διαμόρφωση της αίσθησης ασφάλειας, της εμπιστοσύνης και της ικανότητας να ζητούμε, να δεχόμαστε ή να αντέχουμε την εγγύτητα. Έτσι, ένας άνθρωπος μπορεί να επιθυμεί βαθιά τη σύνδεση και συγχρόνως να την αντιλαμβάνεται ως πιθανή απειλή, να χρειάζεται την αναγνώριση αλλά να δυσκολεύεται να την εμπιστευτεί, να θέλει να τον δουν και ταυτόχρονα να φοβάται τι θα συμβεί αν κάποιος τον δει πραγματικά. Ακριβώς γι’ αυτό, πολλές συμπεριφορές που αργότερα περιγράφουμε ως «χαρακτήρα» μπορεί να έχουν ξεκινήσει ως προσαρμογές. Η συναισθηματική απόσταση μπορεί κάποτε να προστάτευσε από την απογοήτευση, ο έλεγχος από το απρόβλεπτο, η υπερλειτουργικότητα από την αίσθηση αδυναμίας και η διαρκής αυτονομία από τον κίνδυνο να χρειαστεί κανείς κάποιον που ίσως δεν είναι διαθέσιμος. Και μερικές φορές ένας μηχανισμός επιβίωσης μπορεί να λειτουργεί τόσο καλά, ώστε χρόνια αργότερα να τον αποκαλούμε απλώς «έτσι είμαι».
Κάπου εδώ αποκτά διαφορετική σημασία μια φράση που ακούγεται σχεδόν ως απόλυτη διακήρυξη ελευθερίας…«Ανήκω σε μένα και στα όνειρά μου».
Μόνο που το να ανήκει κανείς πραγματικά στον εαυτό του δεν είναι πάντοτε δεδομένο. Είναι μια διαδικασία κατάκτησης, γιατί μέσα μας δεν υπάρχει μόνο αυτό που συνειδητά επιλέξαμε να γίνουμε, αλλά και όσα μάθαμε ότι έπρεπε να γίνουμε για να νιώσουμε ασφαλείς, να αγαπηθούμε, να μη χάσουμε μια σχέση, να αποφύγουμε τον πόνο ή απλώς να αντέξουμε. Κάπου ανάμεσα σε όλα αυτά βρίσκονται και εκείνα που συνηθίζουμε να αποκαλούμε «δαίμονες», όχι ως κάτι ξένο που εισέβαλε μέσα μας και πρέπει να εκδιωχθεί, αλλά ως κομμάτια μιας ιστορίας που το σώμα, το συναίσθημα και η μνήμη εξακολουθούν με διαφορετικούς τρόπους να κουβαλούν.
Γι’ αυτό και η εξωτερική λειτουργικότητα ενός ανθρώπου δεν αποτελεί ασφαλές μέτρο της εσωτερικής του κατάστασης. Ένας άνθρωπος μπορεί να δημιουργεί, να εργάζεται, να είναι κοινωνικός, επιτυχημένος, χαρισματικός ή εξαιρετικά παραγωγικός και ταυτόχρονα να καταναλώνει τεράστια ψυχική και σωματική ενέργεια προκειμένου να ρυθμίζει όσα ενεργοποιούνται μέσα του.
Η επιτυχία δεν αποτελεί μέτρο ψυχικής γαλήνης. Η εξωστρέφεια δεν αποκλείει τη μοναξιά. Η δημιουργικότητα δεν αποκλείει την οδύνη. Και η δύναμη που βλέπουν οι άλλοι δεν μας πληροφορεί πάντοτε για την προσπάθεια που απαιτείται για να διατηρηθεί. Ένα από τα μεγαλύτερα λάθη που κάνουμε όταν παρατηρούμε τους άλλους είναι ότι συγχέουμε την ικανότητά τους να λειτουργούν με την απουσία εσωτερικής πάλης. Μια θεραπευτική προσέγγιση εστιασμένη στο τραύμα δεν ενδιαφέρεται, επομένως, μόνο για το εμφανές σύμπτωμα ή για το πώς θα το εξαφανίσει. Προσπαθεί να κατανοήσει τι εξυπηρέτησε αυτή η αντίδραση, από τι προστάτευσε τον άνθρωπο, ποια εμπειρία εξακολουθεί να ενεργοποιεί και γιατί ο οργανισμός συνεχίζει να χρησιμοποιεί μια στρατηγική που κάποτε ήταν απαραίτητη, αλλά σήμερα μπορεί να περιορίζει τη ζωή του.
Ένας θυμός μπορεί να λειτουργεί ως προστασία απέναντι στην ευαλωτότητα, μια απόσταση απέναντι στον φόβο της εγκατάλειψης, ο έλεγχος απέναντι στο απρόβλεπτο και η υπερλειτουργικότητα απέναντι στην αίσθηση αδυναμίας. Όταν τα δούμε έτσι, οι «δαίμονές» μας παύουν να είναι απλώς ελαττώματα που πρέπει να εξαφανιστούν. Γιατί κάποιοι από τους «δαίμονες» που σήμερα πολεμάμε υπήρξαν κάποτε τρόποι να επιβιώσουμε. Η θεραπεία, λοιπόν, δεν επιχειρεί να τους «σκοτώσει». Επιχειρεί κάτι πολύ πιο απαιτητικό…να τους μεταφράσει, να τους επεξεργαστεί και να βοηθήσει το νευρικό σύστημα να μάθει ότι δεν βρίσκεται πια εκεί όπου κάποτε χρειάστηκε να προστατευτεί.
Και τότε αρχίζει η πραγματική ελευθερία, σε αυτό το σημείο. Όχι όταν διαγράφεται η ιστορία μας, ούτε όταν εξαφανίζεται κάθε δύσκολο κομμάτι του εαυτού μας, αλλά όταν το παρελθόν παύει να αποφασίζει αυτόματα για το παρόν. Τότε το «ανήκω σε μένα και στα όνειρά μου» αποκτά ένα διαφορετικό βάθος.
Γιατί το να ανήκεις πραγματικά στον εαυτό σου σημαίνει να μπορείς να αναγνωρίζεις όσα σε διαμόρφωσαν, χωρίς να χρειάζεται να παραμένεις για πάντα αυτός που κάποτε χρειάστηκε να γίνεις για να επιβιώσεις.
Κυριακή Λέντζιου
Κλινική Ψυχολόγος BSc, MSc, PhD© – Ψυχοθεραπεύτρια
