Υπάρχουν άνθρωποι που δυσκολεύονται πολύ να πάρουν μια απόφαση, ακόμη και όταν, κάπου μέσα τους, γνωρίζουν ήδη τι θα ήθελαν να κάνουν. Δεν είναι απαραίτητα άνθρωποι χωρίς επιθυμίες, προσωπική άποψη ή ξεκάθαρες ανάγκες. Συχνά συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο: ξέρουν τι θέλουν, αλλά έχουν μάθει να αμφισβητούν τόσο συστηματικά την εσωτερική τους φωνή, ώστε κάθε επιθυμία χρειάζεται πρώτα να περάσει από έναν εξαντλητικό έλεγχο πριν θεωρηθεί αρκετά «έγκυρη» για να ακολουθηθεί.
Έτσι, πριν αποφασίσουν, θα ζητήσουν ακόμη μία γνώμη. Θα συζητήσουν το ίδιο θέμα με έναν φίλο, έναν σύντροφο, έναν γονέα ή έναν συνάδελφο, θα αναλύσουν ξανά τα δεδομένα, θα προσπαθήσουν να προβλέψουν κάθε πιθανή συνέπεια και, ακόμη κι όταν τελικά καταλήξουν κάπου, μπορεί λίγο αργότερα να επιστρέψουν στην αρχή αναρωτώμενοι αν έκαναν πράγματι το σωστό. Από έξω, όλο αυτό εύκολα περιγράφεται ως αναποφασιστικότητα. Μόνο που, αρκετές φορές, η δυσκολία δεν βρίσκεται στην ίδια την απόφαση αλλά στη σχέση που έχει διαμορφώσει ο άνθρωπος με τον εαυτό του. Και τότε το ουσιαστικό ερώτημα παύει να είναι «γιατί δεν μπορώ να αποφασίσω;» και γίνεται κάτι πολύ βαθύτερο: «Γιατί, ακόμη κι όταν ξέρω τι θέλω, δυσκολεύομαι τόσο πολύ να εμπιστευτώ ότι αυτό που θέλω έχει αξία;»
Η εμπιστοσύνη στον εαυτό μας μαθαίνεται μέσα στις σχέσεις
Η ικανότητα να εμπιστευόμαστε την κρίση μας δεν εμφανίζεται ξαφνικά στην ενήλικη ζωή. Χτίζεται σταδιακά, μέσα στις πρώτες σημαντικές σχέσεις, καθώς το παιδί ανακαλύπτει αν όσα αισθάνεται, σκέφτεται και επιθυμεί μπορούν να αναγνωριστούν από τους ανθρώπους που το φροντίζουν. Όταν ένα παιδί ακούει συστηματικά «δεν είναι έτσι», «υπερβάλλεις», «δεν υπάρχει λόγος να στενοχωριέσαι», «εγώ ξέρω καλύτερα» ή ακόμη και «αυτό δεν το θέλεις πραγματικά», το μήνυμα που μπορεί να εσωτερικεύσει δεν αφορά μόνο τη συγκεκριμένη στιγμή. Σταδιακά μπορεί να αρχίσει να αμφιβάλλει για την αξιοπιστία της ίδιας του της εμπειρίας, σαν να χρειάζεται πάντοτε έναν εξωτερικό παρατηρητή για να του εξηγήσει τι αισθάνεται, τι είναι λογικό να χρειάζεται και ποια επιλογή είναι περισσότερο αποδεκτή.
Στην ψυχολογία, η επαναλαμβανόμενη συναισθηματική ακύρωση (emotional invalidation) έχει μελετηθεί ακριβώς ως μια εμπειρία μέσα στην οποία το άτομο μαθαίνει ότι ο εσωτερικός του κόσμος δεν αναγνωρίζεται ή δεν θεωρείται αξιόπιστος. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε γονεϊκή διαφωνία δημιουργεί έναν ανασφαλή ενήλικα ούτε ότι η δυσκολία στις αποφάσεις εξηγείται αποκλειστικά από την παιδική ηλικία. Σημαίνει, όμως, ότι όταν η αμφισβήτηση της προσωπικής εμπειρίας γίνεται επαναλαμβανόμενο σχεσιακό μοτίβο, μπορεί να επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο το άτομο αργότερα εμπιστεύεται — ή δεν εμπιστεύεται — τη δική του κρίση.
Αν, παράλληλα, η αποδοχή συνδέθηκε με το να είναι «καλό παιδί», να μην απογοητεύει, να αποφεύγει τις συγκρούσεις και να προσαρμόζεται στις ανάγκες των άλλων, τότε η προσωπική επιθυμία μπορεί να αποκτήσει ένα παράξενο συναισθηματικό βάρος. Το «θέλω» δεν αφορά πια μόνο αυτό που επιθυμώ, αλλά και το ποιον ενδέχεται να στενοχωρήσω. Το «δεν θέλω» μπορεί να συνοδεύεται από ενοχή, ενώ το «επιλέγω κάτι διαφορετικό από αυτό που περιμένεις από εμένα» μπορεί να βιώνεται σχεδόν σαν απειλή για τη σχέση. Κάπως έτσι, ένας άνθρωπος μπορεί να γίνει εξαιρετικά ικανός στο να αντιλαμβάνεται τις διαθέσεις, τις ανάγκες και τις προσδοκίες των άλλων, αλλά πολύ λιγότερο εξοικειωμένος με το να στρέφεται προς τα μέσα και να αναρωτιέται τι χρειάζεται ο ίδιος.
Όταν η συμβουλή γίνεται ανάγκη για επιβεβαίωση
Φυσικά, όλοι ζητάμε συμβουλές και όλοι έχουμε ανάγκη κάποιες φορές από τη ματιά ενός ανθρώπου που εμπιστευόμαστε. Το ζήτημα δεν είναι αν ζητάμε τη γνώμη των άλλων, αλλά τι ακριβώς αναζητούμε μέσα από αυτήν. Υπάρχει σημαντική διαφορά ανάμεσα στο «θέλω να ακούσω μια διαφορετική οπτική πριν αποφασίσω» και στο «χρειάζομαι να συμφωνήσεις μαζί μου για να νιώσω ότι δικαιούμαι να αποφασίσω». Στη δεύτερη περίπτωση, η γνώμη του άλλου δεν λειτουργεί πλέον ως πληροφορία αλλά ως άδεια. Γι’ αυτό και πίσω από το τόσο συνηθισμένο «εσύ τι θα έκανες στη θέση μου;» μπορεί να κρύβονται ερωτήματα που σπάνια διατυπώνονται τόσο καθαρά: Είναι λογικό αυτό που θέλω; Έχω δικαίωμα να το επιλέξω; Κι αν απογοητεύσω κάποιον; Κι αν κάνω λάθος; Κι αν τελικά αποδειχθεί ότι έπρεπε να είχα ακούσει τους άλλους;
Στην κλινική ψυχολογία συναντάμε τον όρο reassurance seeking, δηλαδή την επαναλαμβανόμενη αναζήτηση διαβεβαίωσης από τους άλλους προκειμένου να μειωθεί η αβεβαιότητα ή το άγχος. Η διαβεβαίωση πράγματι μπορεί να ανακουφίσει προσωρινά, όμως όταν γίνεται ο βασικός τρόπος διαχείρισης της αμφιβολίας δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος: όσο περισσότερο χρειάζομαι κάποιον να με καθησυχάσει για να εμπιστευτώ την απόφασή μου, τόσο λιγότερες ευκαιρίες δίνω στον εαυτό μου να μάθει ότι μπορεί να αντέξει την αβεβαιότητα και να στηριχθεί στη δική του κρίση. Και έτσι, χωρίς να το καταλαβαίνουμε, η ανακούφιση που παίρνουμε σήμερα μπορεί να συντηρεί την αμφιβολία που θα αισθανθούμε αύριο.
Η παγίδα της «σωστής» απόφασης
Πίσω από τη χρόνια δυσκολία στις αποφάσεις υπάρχει συχνά και μια πολύ απαιτητική προσδοκία: η πεποίθηση ότι κάπου υπάρχει μία απολύτως σωστή επιλογή και ότι, αν αναλύσουμε αρκετά τα δεδομένα, θα μπορέσουμε να τη βρούμε πριν χρειαστεί να αναλάβουμε οποιοδήποτε ρίσκο. Μόνο που η πραγματική ζωή σπάνια μας προσφέρει τέτοιου είδους βεβαιότητες. Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε εκ των προτέρων αν μια σχέση θα κρατήσει, αν μια επαγγελματική αλλαγή θα μας δικαιώσει, αν η απόφαση να φύγουμε ήταν καλύτερη από την απόφαση να μείνουμε ή αν μια ευκαιρία που αφήσαμε πίσω μας θα εξελισσόταν τελικά όπως τη φανταζόμασταν. Οι σημαντικές επιλογές γίνονται σχεδόν πάντοτε με ελλιπή δεδομένα και κάθε πραγματικό «ναι» εμπεριέχει, αναπόφευκτα, κάποια «όχι».
Το πρόβλημα γίνεται μεγαλύτερο όταν το ενδεχόμενο του λάθους δεν βιώνεται απλώς ως μια φυσιολογική πιθανότητα αλλά ως απόδειξη προσωπικής ανεπάρκειας. Αν κάποιος έχει μάθει ότι το λάθος συνοδεύεται από έντονη κριτική, ντροπή ή απόρριψη, τότε η απόφαση μπορεί να πάψει να αφορά μόνο το «ποιο δρόμο θέλω να ακολουθήσω» και να μετατραπεί σε μια πολύ πιο αγχωτική εσωτερική δοκιμασία: «αν επιλέξω λάθος, τι θα σημαίνει αυτό για μένα;». Σε αυτό το σημείο η ανάγκη για βεβαιότητα γίνεται σχεδόν αδύνατο αίτημα, γιατί ο άνθρωπος προσπαθεί να εξασφαλίσει πριν αποφασίσει ότι δεν θα μετανιώσει ποτέ για την επιλογή του. Και καμία απόφαση δεν μπορεί να προσφέρει μια τέτοια εγγύηση.
Όταν η σκέψη παύει να μας βοηθά
Η προσεκτική σκέψη είναι απαραίτητη για τις σημαντικές αποφάσεις. Υπάρχει, όμως, ένα σημείο στο οποίο η ανάλυση παύει να παράγει καινούργια γνώση και αρχίζει απλώς να ανακυκλώνει την ίδια αβεβαιότητα. Επιστρέφουμε στα ίδια δεδομένα, φτιάχνουμε νοητικά σενάρια, ξαναδιαβάζουμε μηνύματα, ανατρέχουμε σε προηγούμενες συζητήσεις, ρωτάμε ανθρώπους που ήδη έχουμε ρωτήσει και προσπαθούμε να ανακαλύψουμε εκείνη τη μία λεπτομέρεια που θα εξαφανίσει επιτέλους κάθε αμφιβολία. Συνήθως, όμως, ακόμη κι όταν έρχεται μια προσωρινή ανακούφιση, λίγο αργότερα εμφανίζεται ένα νέο «ναι, αλλά αν…».
Τότε ίσως δεν χρειαζόμαστε περισσότερη σκέψη αλλά μεγαλύτερη ανοχή στην αβεβαιότητα. Η ψυχολογική ωριμότητα δεν βρίσκεται στην ικανότητα να προβλέπουμε όλες τις συνέπειες των επιλογών μας — κάτι τέτοιο άλλωστε είναι αδύνατο — αλλά στη δυνατότητα να δεχόμαστε ότι ένα μέρος της ζωής θα παραμένει άγνωστο και παρ’ όλα αυτά να μπορούμε να κινούμαστε μέσα σε αυτό.
«Κι αν αυτό που θέλω πληγώσει κάποιον;»
Για αρκετούς ανθρώπους, το δυσκολότερο κομμάτι μιας απόφασης δεν αφορά καν την ίδια την επιλογή, αλλά την αντίδραση που μπορεί να προκαλέσει στους άλλους. Ιδιαίτερα όταν κάποιος έχει μάθει από νωρίς να φροντίζει τη συναισθηματική ισορροπία γύρω του, μπορεί να δυσκολεύεται να ξεχωρίσει δύο εντελώς διαφορετικές καταστάσεις: το γεγονός ότι μια επιλογή του στενοχωρεί κάποιον και την πεποίθηση ότι, επειδή τον στενοχωρεί, η επιλογή του είναι λανθασμένη.
Μπορούμε, όμως, να πάρουμε μια απόφαση που είναι σωστή για εμάς και κάποιος άλλος να απογοητευτεί. Μπορούμε να θέσουμε ένα αναγκαίο όριο και ο άλλος να θυμώσει, να αποχωρήσουμε από μια σχέση που ο σύντροφός μας θα ήθελε να συνεχίσει ή να αρνηθούμε μια προσδοκία που η οικογένειά μας θεωρούσε αυτονόητο ότι θα εκπληρώσουμε. Το συναίσθημα του άλλου χρειάζεται σεβασμό, αλλά δεν αποτελεί αυτομάτως ηθική αξιολόγηση της δικής μας απόφασης. Ένα δύσκολο κομμάτι της ενηλικίωσης είναι ακριβώς να μπορούμε να αναγνωρίζουμε τον αντίκτυπο των επιλογών μας χωρίς να θεωρούμε ότι είμαστε υπεύθυνοι να προστατεύουμε τους πάντες από κάθε δυσάρεστο συναίσθημα.
Αυτοεμπιστοσύνη δεν σημαίνει ότι δεν θα κάνεις λάθος
Εδώ βρίσκεται και η σημαντικότερη παρανόηση γύρω από την αυτοπεποίθηση και τις αποφάσεις. Συχνά φανταζόμαστε ότι θα εμπιστευτούμε τον εαυτό μας όταν φτάσουμε σε ένα σημείο όπου θα γνωρίζουμε με σιγουριά τι πρέπει να κάνουμε. Στην πραγματικότητα, η αυτοεμπιστοσύνη δεν βασίζεται στη βεβαιότητα ότι θα επιλέξουμε πάντοτε σωστά, αλλά στην πεποίθηση ότι ακόμη κι αν μια επιλογή δεν εξελιχθεί όπως περιμέναμε, θα μπορέσουμε να σταθούμε απέναντι στις συνέπειές της χωρίς να εγκαταλείψουμε τον εαυτό μας.
Αυτό είναι πολύ διαφορετικό από το να προσπαθούμε να γίνουμε αλάνθαστοι. Σημαίνει ότι μπορώ να πω: «Με όσα γνωρίζω σήμερα, αυτή είναι η επιλογή που αισθάνομαι ότι με εκφράζει περισσότερο. Δεν μπορώ να γνωρίζω με βεβαιότητα πού θα οδηγήσει, αλλά μπορώ να αναλάβω την ευθύνη της και, αν χρειαστεί, να αναθεωρήσω, να διορθώσω ή να επιλέξω ξανά». Γιατί το δικαίωμα να αποφασίζουμε περιλαμβάνει και το δικαίωμα να αλλάζουμε γνώμη όταν αποκτούμε νέες πληροφορίες. Μια απόφαση που αργότερα αναθεωρήθηκε δεν ήταν απαραίτητα αποτυχημένη· μπορεί απλώς να ήταν η καλύτερη επιλογή που μπορούσαμε να κάνουμε με τον άνθρωπο που ήμασταν και με όσα γνωρίζαμε εκείνη τη στιγμή.
Η ψυχοθεραπεία δεν είναι ένας ακόμη άνθρωπος που αποφασίζει για εσένα
Σε αυτό το σημείο βρίσκεται και ένας σημαντικός ρόλος της ψυχοθεραπείας. Ο θεραπευτής δεν χρειάζεται να γίνει ακόμη μία αυθεντία που θα απαντά στο «εσύ τι λες να κάνω;», γιατί τότε η εξάρτηση από την εξωτερική επιβεβαίωση απλώς θα αλλάξει πρόσωπο. Η θεραπευτική διαδικασία μπορεί, αντίθετα, να δημιουργήσει τον χώρο μέσα στον οποίο ο άνθρωπος αρχίζει να παρατηρεί πότε η αμφιβολία του προκύπτει από πραγματικά δεδομένα και πότε αποτελεί έναν γνώριμο τρόπο να μην εμπιστεύεται τον εαυτό του. Να καταλαβαίνει πότε ζητά μια δεύτερη γνώμη επειδή χρειάζεται μια διαφορετική οπτική και πότε ζητά, στην πραγματικότητα, την άδεια να κάνει αυτό που ήδη γνωρίζει ότι θέλει. Να αναγνωρίζει ποιες επιθυμίες είναι δικές του και ποιες επιλογές οργανώθηκαν για χρόνια γύρω από την ανάγκη να μην απογοητεύσει, να μην ενοχλήσει ή να μη χάσει τη σύνδεση με τους σημαντικούς άλλους.
Για έναν άνθρωπο που έχει περάσει μεγάλο μέρος της ζωής του προσαρμοζόμενος, το ερώτημα «εγώ τι θέλω;» δεν είναι καθόλου τόσο απλό όσο ακούγεται. Και ακόμη πιο δύσκολο μπορεί να αποδειχθεί το επόμενο: «Αν αναγνωρίσω τι θέλω, μπορώ να αντέξω και το κόστος του να το επιλέξω;». Ίσως, λοιπόν, δεν είσαι τόσο αναποφάσιστος όσο έχεις συνηθίσει να λες για τον εαυτό σου. Ίσως έχεις μάθει να εμπιστεύεσαι περισσότερο τις αντιδράσεις των άλλων από τη δική σου εσωτερική εμπειρία, να αναζητάς τη σωστή επιλογή αντί να διερευνάς ποια επιλογή είναι δική σου και να περιμένεις μια βεβαιότητα που καμία σημαντική απόφαση δεν μπορεί πραγματικά να σου προσφέρει.
Η αλλαγή δεν ξεκινά όταν μαθαίνεις να παίρνεις πάντοτε τις σωστές αποφάσεις. Ξεκινά όταν μπορείς να ακούσεις περισσότερο τη δική σου φωνή, να αντέξεις ότι κάποιοι άνθρωποι ίσως διαφωνήσουν μαζί της και, κυρίως, να αποδεχτείς ότι η εμπιστοσύνη στον εαυτό σου δεν προϋποθέτει να είσαι αλάνθαστος. Προϋποθέτει να ξέρεις ότι, όποια κι αν είναι η έκβαση μιας επιλογής, δεν θα εγκαταλείψεις τον εαυτό σου επειδή τόλμησε να επιλέξει.
Κυριακή Λέντζιου
Κλινική Ψυχολόγος BSc, MSc, PhD© – Ψυχοθεραπεύτρια
